σηροσκώληξ

ο, Ν
(λόγιος τ.) ο μεταξοσκώληκας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σήρ, σηρός «μετάξι» + σκώληξ, -ηκος «σκουλήκι». Η λ., στον πληθ. σηροσκώληκες, μαρτυρείται από το 1894 στην εφημερίδα Άστυ].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.